διαιωνίζω

διαιωνίζω
μετ.
1) увековечивать; 2) откладывать надолго, затягивать

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "διαιωνίζω" в других словарях:

  • διαιωνίζω — perpetuate pres subj act 1st sg διαιωνίζω perpetuate pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαιωνίζω — διαιωνίζω, διαιώνισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διαιωνίζω — (AM διαιωνίζω) [αιών] 1. διατηρώ κάτι στους αιώνες, το κάνω αιώνιο 2. φρ. «διαιωνίζω το είδος», «διαιωνίζω το γένος» αποκτώ παιδιά, απογόνους νεοελλ. αναβάλλω τη λύση ενός ζητήματος, παρατείνω επ αόριστον («διαιωνίζω το πρόβλημα», «η ίδια… …   Dictionary of Greek

  • διαιωνίζω — διαιώνισα, διαιωνίστηκα, διαιωνισμένος 1. κάνω κάτι αιώνιο: Στις βεντέτες, το μίσος ανάμεσα στις οικογένειες διαιωνίζεται από γενιά σε γενιά. 2. αναβάλλω διαρκώς τη λύση ενός ζητήματος, το αφήνω άλυτο: Η αποκατάσταση των δημόσιων συμβασιούχων… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαιωνίζῃ — διαιωνίζω perpetuate pres subj mp 2nd sg διαιωνίζω perpetuate pres ind mp 2nd sg διαιωνίζω perpetuate pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαιωνίσει — διαιωνίζω perpetuate aor subj act 3rd sg (epic) διαιωνίζω perpetuate fut ind mid 2nd sg διαιωνίζω perpetuate fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαιωνίσουσι — διαιωνίζω perpetuate aor subj act 3rd pl (epic) διαιωνίζω perpetuate fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διαιωνίζω perpetuate fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαιωνιεῖ — διαιωνίζω perpetuate fut ind mid 2nd sg (attic epic doric ionic) διαιωνίζω perpetuate fut ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαιωνιζόντων — διαιωνίζω perpetuate pres part act masc/neut gen pl διαιωνίζω perpetuate pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαιωνιοῦντα — διαιωνίζω perpetuate fut part act neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) διαιωνίζω perpetuate fut part act masc acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαιωνίζει — διαιωνίζω perpetuate pres ind mp 2nd sg διαιωνίζω perpetuate pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»